Μοναστήρι, 1913
Μαθητής του Νικηφόρου Λύτρα και του Κωνσταντίνου Βολανάκη (1888-1893), ο Βασίλειος Χατζής, τόσο με την άρτια τεχνική και την τελειότητα του σχεδίου του, όσο και την ελεύθερη χρωματική ανάπτυξη του θέματος, δημιουργεί την αίσθηση μιας νέας ζωγραφικής, που σε ορισμένα μάλιστα έργα αγγίζει την ελευθερία των ιμπρεσιονιστών. Ακόμα και έργα του με περισσότερα ρεαλιστικά στοιχεία, έχουν εκείνα τα χρωματικά και σχεδιαστικά χαρακτηριστικά που τον κατατάσσουν στους ζωγράφους που έδωσαν νεωτεριστική μορφή στη νεοελληνική τέχνη. Γνωστός κυρίως ως θαλασσογράφος, ασχολήθηκε επίσης με την τοπιογραφία και την απεικόνιση σκηνών από τη ζωή των αγροτών και των ψαράδων, εμφανιζόμενος ως οπαδός άλλοτε του ακαδημαϊσμού και άλλοτε των υπαιθριστικών αντιλήψεων.
Αφού έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1886-1893), με καθηγητές τους Νικηφόρο Λύτρα και Κωνσταντίνο Βολανάκη. Η εκθεσιακή του δραστηριότητα ξεκίνησε το 1899 με τη συμμετοχή του στην έκθεση των Αθηνών και συνεχίστηκε με παρουσιάσεις έργων σε ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα (Δημαρχείο 1902, Ζάππειο 1907, 1909, 1910, Σύνδεσμος Συντακτών 1912) και την Αλεξάνδρεια (1903, 1906). Στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, επιβιβάστηκε, κατ’ επιταγή της κυβέρνησης, σε πολεμικά πλοία και απεικόνισε σκηνές από τη δράση του ελληνικού στόλου. Στην ατομική έκθεση, που οργάνωσε ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος στο Ζάππειο και η οποία εγκαινιάστηκε λίγο μετά το θάνατο του καλλιτέχνη, περιλαμβάνονταν περισσότερα από διακόσια εξήντα έργα. Η εκθεσιακή του δραστηριότητα ξεκίνησε το 1899 με τη συμμετοχή του στην έκθεση των Αθηνών και συνεχίστηκε με παρουσιάσεις έργων σε ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα (Δημαρχείο 1902, Ζάππειο 1907, 1909, 1910, Σύνδεσμος Συντακτών 1912) και την Αλεξάνδρεια (1903, 1906).

Το Μοναστήρι, που φέρει χρονολογία 1913, και πρέπει να έγινε λίγο πριν από το θάνατο του καλλιτέχνη, μπορούμε να πούμε ότι ορίζει το εύρος της δημιουργίας του ζωγράφου, ο οποίος ξεκινώντας από το συμβατικό πλαίσιο της ακαδημαϊκής αντίληψης στρέφεται προς μια ζωγραφική, όπου το φως και το χρώμα πρωταγωνιστούν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Χατζής ανέπτυξε μια τοπιογραφία που μπορεί να ενταχθεί στις προοδευτικές υπαιθριστικές τάσεις της εποχής του, με έντονο χρώμα και παχύρρευστη –σε κατά ζώνες παράθεση– πινελιά, στο πλαίσιο ενός εξπρεσιονισμού, τα μηνύματα του οποίου έφταναν από το Μόναχο. Ίσως δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε την επίδραση του ζωγράφου Γιώργου Μπουζιάνη με τον οποίο ο Χατζής συνδεόταν με στενή φιλία.
Το πέρασμα της παρατηρητικής ματιάς στην εικόνα της εκκλησίας του μοναστηριού φανερώνει την εξελικτική πορεία του Χατζή και την προσφορά του στην σύγχρονη ελληνική ζωγραφική.