Βασιλικός Κήπος, 1940
Σε μια ζωγραφική καθαρά ανθρωποκεντρική, ανιχνεύεται η προσωπική πορεία του Nίκου Nικολάου, στηριγμένη στη βαθιά γνώση, μελέτη και αφομοίωση, όχι μόνο αρχών και κανόνων της αρχαίας ελληνικής, ρωμαϊκής, αιγυπτιακής τέχνης, αλλά και στοιχείων από τη λαϊκή παράδοση, που έντονα έζησε, τόσο στη γενέτειρά του Ύδρα, όσο και στο κατάστημα της μητέρας του με τα παλαιά αντικείμενα. H ανθρώπινη μορφή, ανδρική ή γυναικεία, προβάλλει επιβλητική, με αδρά και καθαρά περιγράμματα: στην αρχή, σε ενιαίες χρωματικές επιφάνειες χωρίς φωτοσκιάσεις, που αποκτούν ευαισθησίες και τονικότητες μόνο από το διάχυτο φως της φύσης∙ αργότερα, με ελαφρό ή περισσότερο έντονο σκιοφωτισμό, πάντοτε όμως μνημειακή, με έντονη πλαστικότητα και ιερατική μεγαλοπρέπεια. H αρχέγονη σχέση άνδρα - γυναίκας αποδίδεται με περιορισμένη κλίμακα γήινων χρωμάτων που υποβάλλουν μια ήρεμη ατμόσφαιρα εσωτερικής επικοινωνίας. Ωστόσο, τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του, η εμμονή του στην απεικόνιση μόνο της γυναικείας μορφής, με τη μνημειακή στατικότητα και την τελετουργική χειρονομία, ανάγει στη Mητέρα-Θεά, σύμβολο της γονιμότητας και δημιουργίας. Kαι ακριβώς αυτό τονίζεται ιδιαίτερα στη μεγάλη σειρά από πέτρες, όπου αξιοποιεί το φυσικό σχηματισμό που η θάλασσα ή ο αέρας χάρισαν στην ύλη και με ελάχιστες γραμμικές επεμβάσεις της, δίνει σάρκα, ζωή, πνεύμα.
Στη ζωγραφική του, που χαρακτηρίζεται από τη λιτότητα του ύφους, κατάλοιπο μιας σύντομης θητείας του στην αφαίρεση, και από την έλλειψη πολλών και έντονων χρωμάτων, κυρίαρχο θέμα από την αρχή αποτέλεσε η σαρκώδης γυμνή γυναικεία μορφή, που απέδωσε χωρίς προοπτική και τη συνδύασε με τα τρία ελληνικά δέντρα, τη συκιά, την ελιά και τη ροδιά. Σε πιο περιορισμένη κλίμακα ασχολήθηκε επίσης με τη νεκρή φύση και το τοπίο και πειραματίστηκε με τη ζωγραφική πάνω σε πέτρες.
