Βάρκα Ελλήνων
Ο Τσόκος είναι από τους πρώτους Έλληνες καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν με την ιστορική ζωγραφική, στο πλαίσιο μιας ειδυλλιακής, ρομαντικής τοπιογραφίας, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί από το φιλελληνικό κίνημα. Κατά την παραμονή του στη Ζάκυνθο, σε νεαρή ηλικία, αναφέρεται ότι έλαβε μαθήματα ζωγραφικής από τον Ν. Καντούνη, ενώ το 1844 βρίσκεται γραμμένος στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βενετίας με καθηγητή τον L. Lipparini. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία παίρνει μέρος στην Δημόσια Έκθεση της Βενετίας (1845) με μια προσωπογραφία και στην Έκθεση της Βενετίας (1846) με το έργο «Ο Μάρκος Μπότσαρης αποχαιρετά την οικογένειά του», θέμα που είχε επεξεργαστεί ο Lipparini στο παρελθόν και δείχνει την επίδραση που άσκησε επάνω στον Τσόκο. Το 1847 επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκατεστημένος στην Αθήνα διορίζεται καθηγητής σχεδίου και ζωγραφικής στο Αρσάκειο (1856-1862). Ασχολείται κατ’ εξοχήν με τις προσωπογραφίες και τις ιστορικές σκηνές, ενώ μέρος της εικαστικής του δημιουργίας καταλαμβάνουν και οι ηθογραφίες πατριωτικού χαρακτήρα. Καθιερώθηκε ως ένας από τους επίσημους προσωπογράφους της αθηναϊκής κοινωνίας και απεικόνισε επιφανείς προσωπικότητες και καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Μετά από παραγγελία της κυβέρνησης, ανέλαβε τη φιλοτέχνηση προσωπογραφιών των ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης και παρότι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την παραγγελία εξαιτίας του θανάτου του, θεωρείται ως ένας από τους πιο παραγωγικούς ζωγράφους του 19ου αιώνα. Οι προσωπογραφίες του συνδυάζουν στοιχεία της επτανησιακής σχολής και των διδαγμάτων του Ν. Καντούνη, κυρίως στην έμφαση στην επεξεργασία των λεπτομερειών και των ματιών των μορφών του, και της ιταλικής τέχνης με τα θερμά χρώματα του βενετσιάνικου εργαστηρίου και τον συνδυασμό κλασικιστικών και ρομαντικών στοιχείων. Οι προσωπογραφούμενοι των έργων του διατηρούν γενικευτικά χαρακτηριστικά και τυπικές στάσεις στην σύνθεση, ενώ οι προσωπογραφίες των Αγωνιστών διαφοροποιούνται μερικώς βάσει της ιδεαλιστικής διάθεσης που θέλει να αποδώσει ο ζωγράφος. Μεγάλο άξονα στην καλλιτεχνική του δημιουργία καταλαμβάνουν και οι ιστορικές συνθέσεις, που σχετίζονται είτε με γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης είτε με τα Επτάνησα και τη Φιλική Εταιρεία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της ζωγραφικής είναι «Ο Όρκος των Φιλικών» (1849) και η «Δολοφονία του Καποδίστρια» (1847- 1850, σε δύο παραλλαγές) που φανερώνουν τις επιρροές του Lipparini για την ιστορική σύνθεση και την ακαδημαϊκή διάθεση του ζωγράφου για την απόδοση τέτοιων θεμάτων σε συνδυασμό με λαϊκότροπα στοιχεία.

Το έργο Βάρκα Ελλήνων απεικονίζει τη φυγή των κατοίκων της Πάργας από την πόλη τους, όταν το 1819 αυτή πουλήθηκε στον Αλή πασά από τους Άγγλους. Ο ξεριζωμός τους συγκλόνισε την Ευρώπη και με το θέμα ασχολήθηκαν πολλοί καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και ο Lipparini, καθηγητής στην Ακαδημία των Καλών Τεχνών της Βενετίας και δάσκαλος του Διονύσιου Τσόκου, ο οποίος σπούδασε κοντά του ζωγραφική κατά την περίοδο 1844-1847. Το 1844 0 Lipparini εξέθεσε στη Βενετία τον πίνακα Una Barca di Greci (Βάρκα Ελλήνων). Το έργο της Πινακοθήκης Αβέρωφ αποτελεί επανάληψη αυτού του πίνακα από τον Τσόκο, στην οποία προχώρησε λόγω της μεγάλης απήχησης που γνώρισε το έργο του δασκάλου του. Το ότι η παραλλαγή αυτή φιλοτεχνήθηκε από τον Τσόκο στα χρόνια της μαθητείας του κοντά στον Lipparini επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το έργο βρέθηκε και αγοράστηκε στην Ιταλία. Σε αυτό απεικονίζεται μία βάρκα γεμάτη φυγάδες –αγωνιστές, έναν ιερωμένο, μία γυναίκα– που παραδέρνει στα κύματα, ενώ κατευθύνεται προς την ξενιτιά. Ένα παλικάρι, όρθιο, αγκαλιάζει το κατάρτι και, κρατώντας τη σημαία, ατενίζει την πατρώα γη που εγκαταλείπει, ενώ ο καπετάνιος κρατά στιβαρά το τιμόνι. Παρόλο που ο Τσόκος επαναλαμβάνει τον εικονογραφικό τύπο του δασκάλου του και κινείται –όπως και εκείνος– στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ιδεαλιστικής ζωγραφικής, αφήνει να διαφανούν τα βιώματά του και η συγκίνηση που ξεπηδά από τα πατριωτικά του αισθήματα, τα οποία τον οδηγούν σε μια συναισθηματική απόδοση, όπου κυριαρχεί το ρομαντικό στοιχείο.